ἀλλʼ (al)
οὐχὶ (oo-KHEE)
ἐρεῖ (e-REE)
αὐτῷ (af-TO)
Ἑτοίμασον (e-TEE-ma-son)
τί (TEE)
δειπνήσω (theep-NEE-so)
καὶ (KE)
περιζωσάμενος (pe-ree-zo-SA-me-nos)
διάκονει (thee-A-ko-nee)
μοι (mee)
ἕως (E-os)
φάγω (FA-go)
καὶ (KE)
πίω (PEE-o)
καὶ (KE)
μετὰ (me-TA)
ταῦτα (TAF-ta)
φάγεσαι (FA-ye-se)
καὶ (KE)
πίεσαι (PEE-e-se)
σύ; (SEE)