Ἦν (EEN)
δὲ (de)
τὸ (to)
πάσχα (PA-scha)
καὶ (KE)
τὰ (ta)
ἄζυμα (A-zy-ma)
μετὰ (me-TA)
δύο (THEE-o)
ἡμέρας (ee-ME-ras)
καὶ (KE)
ἐζήτουν (e-ZEE-toon)
οἱ (ee)
ἀρχιερεῖς (ar-khee-e-REES)
καὶ (KE)
οἱ (ee)
γραμματεῖς (ghra-ma-TEES)
πῶς (POS)
αὐτὸν (af-TON)
ἐν (en)
δόλῳ (DO-lo)
κρατήσαντες (kra-TEE-san-des)
ἀποκτείνωσιν (a-pok-TEE-no-seen)