Κατὰ (ka-TA)
δὲ (de)
τὸ (to)
μεσονύκτιον (me-so-NEEK-tee-on)
Παῦλος (PAV-los)
καὶ (KE)
Σιλᾶς (see-LAS)
προσευχόμενοι (pro-sef-HO-me-nee)
ὕμνουν (EEM-noon)
τὸν (ton)
θεόν (the-ON)
ἐπηκροῶντο (e-pee-kro-ON-to)
δὲ (de)
αὐτῶν (af-TON)
οἱ (ee)
δέσμιοι (DEZ-mee-ee)