Καὶ (KE)
κλαύσουσιν (KLAf-SU-sin)
καὶ (KE)
κόψονται (KOP-so-de)
ἐπʼ (ep)
αὐτὴν (af-TEEN)
οἱ (ee)
βασιλεῖς (va-si-LEES)
τῆς (tees)
γῆς (YEES)
οἱ (ee)
μετʼ (met)
αὐτῆς (af-TEES)
πορνεύσαντες (por-NEV-san-des)
καὶ (KE)
στρηνιάσαντες (stree-nee-A-san-des)
ὅταν (O-tan)
βλέπωσιν (VLE-po-sin)
τὸν (ton)
καπνὸν (kap-NON)
τῆς (tees)
πυρώσεως (pee-RO-se-os)
αὐτῆς (af-TEES)