⸀σκεῦος (SKEV-os)
ἔκειτο (E-kee-to)
ὄξους (OK-soos)
μεστόν· (me-STON)
⸂σπόγγον (SPO-ngon)
οὖν (OON)
μεστὸν (me-STON)
τοῦ⸃ (TOO)
ὄξους (OK-soos)
⸀ὑσσώπῳ (hee-SO-po)
περιθέντες (pe-ree-THEN-des)
προσήνεγκαν (pro-SEE-nehng-kan)
αὐτοῦ (af-TOO)
τῷ (TO)
στόματι. (STO-ma-tee)