κἀγὼ (ka-GO)
δέ (DE)
σοι (see)
λέγω (LE-go)
ὅτι (HO-ti)
σὺ (SEE)
εἶ (EE)
Πέτρος, (PE-tros)
καὶ (KE)
ἐπὶ (e-PI)
ταύτῃ (TAF-tee)
τῇ (TEE)
πέτρᾳ (PE-tra)
οἰκοδομήσω (ee-ko-do-MEE-so)
μου (moo)
τὴν (TEEN)
ἐκκλησίαν, (ek-klee-SEE-an)
καὶ (KE)
πύλαι (PEE-le)
ᾅδου (HAI-doo)
οὐ (oo)
κατισχύσουσιν (ka-ti-SKHEE-soo-sin)
αὐτῆς· (af-TEES)