καὶ (KE)
εἰ (ee)
ὁ (ho)
ὀφθαλμός (of-thal-MOS)
σου (soo)
σκανδαλίζει (skan-da-LEE-zee)
σε, (se)
ἔξελε (EK-se-le)
αὐτὸν (af-TON)
καὶ (KE)
βάλε (VA-le)
ἀπὸ (a-PO)
σοῦ· (SOO)
καλόν (ka-LON)
σοί (SEE)
ἐστιν (es-tin)
μονόφθαλμον (mo-NOF-thal-mon)
εἰς (ees)
τὴν (TEEN)
ζωὴν (zo-EEN)
εἰσελθεῖν, (ee-sel-THEEN)
ἢ (EE)
δύο (DEE-o)
ὀφθαλμοὺς (of-thal-MOOS)
ἔχοντα (E-khon-ta)
βληθῆναι (vlee-THEE-ne)
εἰς (ees)
τὴν (TEEN)
γέενναν (YE-en-nan)
τοῦ (TOO)
πυρός. (pee-ROS)