καὶ (KE)
εἱστήκει (ee-STEE-kee)
ὁ (o)
λαὸς (la-OS)
θεωρῶν. (the-o-RON)
ἐξεμυκτήριζον (ek-se-mee-KTEE-ree-zon)
δὲ (de)
καὶ (KE)
οἱ (ee)
⸀ἄρχοντες (AR-khon-tes)
λέγοντες· (LE-gon-tes)
Ἄλλους (AL-loos)
ἔσωσεν, (E-so-sen)
σωσάτω (so-SA-to)
ἑαυτόν, (e-af-TON)
εἰ (ee)
οὗτός (oo-TOS)
ἐστιν (es-TEEN)
ὁ (o)
χριστὸς (khree-STOS)
⸂τοῦ (too)
θεοῦ, (the-OO)
ὁ⸃ (o)
ἐκλεκτός. (ek-lek-TOS)