τὸ (to)
γάρ (GAR)
Οὐ (oo)
μοιχεύσεις (mee-KHEV-sees)
Οὐ (oo)
φονεύσεις (fo-NEV-sees)
Οὐ (oo)
κλέψεις (KLEP-sees)
Οὐκ (ook)
ἐπιθυμήσεις (e-pee-thee-MEE-sees)
καὶ (ke)
εἴ (ee)
τις (tees)
ἑτέρα (e-TE-ra)
ἐντολή (en-to-LEE)
ἐν (en)
τῷ (to)
λόγῳ (LO-gho)
τούτῳ (TOO-to)
ἀνακεφαλαιοῦται (a-na-ke-fa-le-OO-te)
ἐν (en)
τῷ (to)
Ἀγαπήσεις (a-ga-PEE-sees)
τὸν (ton)
πλησίον (plee-SEE-on)
σου (soo)
ὡς (os)
σεαυτόν (se-af-TON)