καὶ (KE)
εἶπεν· (EE-pen)
⸀Ἕνεκα (HE-ne-ka)
τούτου (TOO-too)
καταλείψει (ka-ta-LEE-psee)
ἄνθρωπος (AN-thro-pos)
τὸν (TON)
πατέρα (pa-TE-ra)
καὶ (KE)
τὴν (TEEN)
μητέρα (mee-TE-ra)
καὶ (KE)
⸀κολληθήσεται (ko-llee-THEE-se-te)
τῇ (TEE)
γυναικὶ (gee-ne-KEE)
αὐτοῦ, (af-TOO)
καὶ (KE)
ἔσονται (E-son-de)
οἱ (EE)
δύο (DEE-o)
εἰς (EES)
σάρκα (SAR-ka)
μίαν; (MEE-an)